Η Γενετική της Κεφαλαλγίας

Γράφουν οι: 

Δημήτρης Ρίκος, Μsc, Στρατιωτικός Γιατρός, Ειδικευόμενος Νευρολόγος, Νευρολογική κλινική ΠΓΝ Λάρισας.

Δαρδιώτης Ευθύμιος, Νευρολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Νευρολογική κλινική ΠΓΝ Λάρισας.

Τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί μια σημαντική πρόοδος στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας της ημικρανίας και άλλων κεφαλαλγιών με αποτέλεσμα να έχουμε πλέον και νέες θεραπείες για την αντιμετώπιση τους.

Οι γενετικές μελέτες έχουν προσφέρει πολλά προς αυτήν την κατεύθυνση και με την ελπίδα ότι τα επόμενα χρόνια οι γενετικές θεραπείες θα είναι μια πραγματικότητα, η ανεύρεση γονιδίων που ενοχοποιούνται για μια πάθηση θεωρείται βασικός στόχος της ερευνητικής δραστηριότητας.


Τα γονίδια μας καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό ποιοι είμαστε. Τα χαρακτηριστικά μας, πόσο μπορεί να ζήσουμε και πιθανώς οι ασθένειες που θα εμφανίσουμε είναι κατά έναν βαθμό «γραμμένες» στο γενετικό μας υλικό (το DNA). Κάποιες από τις παθήσεις έχουν σαφή αιτιολογική συσχέτιση με την παρουσία μιας μετάλλαξης (μιας «βλάβης» στο DNA) ενώ άλλες είναι αυτό που λέμε πολυπαραγοντικές ή σύνθετες. Εμφανίζονται δηλαδή σε έναν άνθρωπο με γενετική προδιάθεση εφόσον επιδράσουν σε αυτόν κάποιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες.


Φαίνεται ότι οι κεφαλαλγίες είναι μια από αυτές τις σύνθετες ασθένειες. Έχει βρεθεί ότι οι συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με ημικρανία χωρίς αύρα έχουν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να έχουν ημικρανία χωρίς αύρα και 1,5 φορά περισσότερη πιθανότητα να έχουν ημικρανία με αύρα. Ταυτόχρονα οι συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με ημικρανία με αύρα έχουν τετραπλάσια πιθανότητα να έχουν ημικρανία με αύρα. Από την άλλη μελέτες σε δίδυμα αδέρφια δείχνουν ότι η πιθανότητα να έχει ο ένας αδερφός ημικρανία όταν έχει ο άλλος, επίσης αυξάνεται. Αυτό μάλιστα συμβαίνει άσχετα εάν τα αδέρφια έχουν μεγαλώσει στο ίδιο ή διαφορετικό περιβάλλον από την βρεφική ηλικία.


Ένας από τους τρόπους να προσεγγίσουμε την γενετική αιτιολογία των παθήσεων είναι να βρούμε τις μορφές εκείνες που οφείλονται σε μία μόνο αλλαγή σε κάποιο γονίδιο και κληρονομούνται με τρόπο πιο σαφή από γενιά σε γενιά. Στην περίπτωση της ημικρανίας αυτό έγινε με την ανακάλυψη των γονιδίων που προκαλούν μια μορφή της νόσου που ονομάζεται Οικογενής Ημιπληγική Ημικρανία (Familial Hemiplegic Migraine – FHM). Πρόκειται για μια μορφή ημικρανίας με αύρα όπου οι ασθενείς βιώνουν αδυναμία (πάρεση) σε μια πλευρά του σώματος που μπορεί να αφορά το χέρι, το πόδι ή και το πρόσωπο ως μέρος της αύρας που προηγείται της κεφαλαλγίας. Η μορφή αυτή ημικρανίας είναι μονογονιδιακή. Η παρουσία δηλαδή μεταλλάξεων σε ένα μόνο γονίδιο έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση της νόσου. Μέχρι στιγμής έχουν βρεθεί τρία γονίδια που την προκαλούν.


Ενώ η FHM είναι μία πολύ σπάνια μορφή ημικρανίας, η ημικρανία με αύρα που συχνότερα εκδηλώνεται με διαταραχές της όρασης είναι πολύ πιο συχνή. Σε μια οικογένεια με την κληρονομική μορφή της ημικρανίας με αύρα βρέθηκε μια μετάλλαξη σε ένα γονίδιο σε όλα τα μέλη που έπασχαν. Το γονίδιο αυτό ονομάζεται KCNK18 και η μετάλλαξη οδηγεί στην αναστολή της λειτουργίας μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται TRESK. Μάλιστα η πρωτεΐνη αυτή υπάρχει κυρίως στο τρίδυμο νεύρο το οποίο βρίσκεται στο πρόσωπο και έχει πολύ σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της ημικρανίας καθιστώντας την και πιθανό θεραπευτικό στόχο.


Με την χρήση ενός άλλου είδους μελετών, τις μελέτες ευρείας γονιδιωματικής συσχέτισης (GWAS) ανακαλύφθηκε ένας ακόμη μεγάλος αριθμός περιοχών στο DNA που αυξάνουν το ρίσκο να εμφανίσει κάποιος ημικρανία. Οι μελέτες αυτές αναγνωρίζουν αλλαγές στο DNA που εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς με μια πάθηση από ότι σε άτομα χωρίς την πάθηση αυτή. Οι μελέτες GWAS έχουν αναγνωρίσει μέχρι στιγμής πάνω από 40 διαφορετικά γονίδια που μπορεί να σχετίζονται με την ημικρανία με αύρα ή χωρίς. Ένας συνδυασμός τέτοιων μεταλλάξεων σε ένα άτομο μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα να εμφανίσει ημικρανία.


Στην περίπτωση της αθροιστικής κεφαλαλγίας τα ευρήματα είναι λιγότερο αποκαλυπτικά. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με αθροιστική κεφαλαλγία έχουν 5-18 φορές μεγαλύτερο ρίσκο να εμφανίζουν την πάθηση και συγγενείς δευτέρου βαθμού 1-3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο από ότι ο γενικός πληθυσμός, υποδεικνύοντας κι εδώ την παρουσία ενός γενετικού παράγοντα.
Η κεφαλαλγία τύπου τάσεως αποτελεί το πιο συχνό είδος κεφαλαλγίας. Παρόλη την μεγάλη της συχνότητα όμως οι γενετικές μελέτες που την αφορούν είναι περιορισμένες. Η εξήγηση σε αυτό αφορά την συσχέτιση της κεφαλαλγίας τύπου τάσεως με μεγάλο αριθμό περιβαλλοντικών παραγόντων όπως το φυσικό ή ψυχολογικό στρες, η κατάθλιψη και οι διαταραχές του ύπνου. Σε ορισμένες γενετικές μελέτες φάνηκε μια μικρή γενετική προδιάθεση αλλά όμως η επίδραση του περιβάλλοντος φαίνεται η κυρίαρχη.


Όπως είναι σαφές από τα ανωτέρω η αναζήτηση της γενετικής αιτιολογίας σύνθετων νόσων είναι μια διαδικασία δύσκολη και απαιτεί χρόνο και μεγάλο όγκο πόρων. Εάν και η γνώση του γενετικού υπόβαθρου μιας κεφαλαλγίας δεν έχει άμεσο αντίκτυπο στην ζωή ενός ασθενή προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την παθοφυσιολογία της νόσου που οδηγούν στην ανεύρεση νέων πιο αποτελεσματικών και πιο ασφαλών θεραπειών. Η ορατή πλέον πιθανότητα δημιουργίας εξατομικευμένων γενετικών θεραπειών καθιστά την αναζήτηση αυτή συνεχή στόχο.

 

Ακολουθήστε τα νέα μας

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε τα newsletters μας.